Η μεστή σε νοήματα προσευχή του πάστορα πριν από την ορκωμοσία του καινούργιου προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα. Οι θρησκευτικοί ύμνοι. Ο όρκος πάνω στη χριστιανική Βίβλο και τα λόγια του όρκου. Η καταληκτήρια στον προεδρικό λόγο επίκληση της ευλογίας του Θεού. Τίποτε από αυτά δεν έδινε την εντύπωση συμβατικής θρησκευτικής τελετουργίας. Τόσο οι αρχές και εξουσίες όσο και το πλήθος έδειχναν συνειδητή συμμετοχή στα τελούμενα, αυτοσυγκέντρωση, ενεργό κατάφαση. Αυτή η κοινωνία της μεταναστευτικής πανσπερμίας, της αποθέωσης στην πράξη του Ιστορικού Υλισμού, σώζει «σέβας θεών»: Τη συνείδηση ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει έστω και η ανάπηρη αντιπροσωπευτική δημοκρατία δίχως μεταφυσικό άξονα αναφοράς της ανθρώπινης ευθύνης.

Στην ελλαδική του παρόντος κοινωνία οι θρησκευτικές τελετουργίες που συνοδεύουν την πολιτική εθιμοτυπία κραυγάζουν τη νέκρα συμβατικών στερεοτύπων. Συνεχίζουν να υπάρχουν με την υποκριτική τάχα και συναίνεση των «συντηρητικών» και σε πείσμα της κεχηνώδους χλεύης των «προοδευτικών». Η διολίσθηση της ελλαδικής κοινωνίας σε παλιμβαρβαρικό μηδενισμό έχει εξαλείψει από τον δημόσιο βίο κάθε ρεαλιστική αίσθηση του «ιερού»: των δεδομένων της ζωής που μας υπερβαίνουν. Υπερβαίνουν τις πιστοποιήσεις μας, χειραγωγούν στην αναζήτηση «νοήματος» των υπαρκτών και της ύπαρξης. Ο μηδενισμός μηδενίζει τον σεβασμό των αινιγμάτων που η πάλη για την αποσφράγισή τους γεννάει τον πολιτισμό, μαζί και τη λογοδοσία ευθύνης του ανθρώπου για τους λόγους και τις πράξεις του.

Η τελετή ορκωμοσίας του αμερικανού προέδρου προκαλεί σε συγκρίσεις: Ενα «χθεσινόν έθνος», καθώς έλεγε ο Μακρυγιάννης, και να σώζει περισσότερα στοιχεία πιστότητας στο αρχαιοελληνικό «σέβας θεών» της δημοκρατίας από τους θλιβερούς Ελλαδίτες του βαλκανικού νότου. Γέννημα οργανικό ο λαϊκισμός του κυρίαρχου στην ελλαδική πολιτική μηδενισμού έχει απαξιώσει κάθε εθιμική έκφραση αρχοντιάς στη συμπεριφορά των μπροστάρηδων, κάθε κώδικα αποθησαυρισμένου πλούτου σημαινόντων ευπρέπειας, ιερότητας του πολιτικού υπουργήματος. Αγραβάτωτη αναίδεια ακκίζεται προκλητικά και χυδαιολογεί από το βήμα του Κοινοβουλίου, επαίρεται για την παραίτηση από το «κυρίως ανθρώπινον»: την ελευθερία των σχέσεων κοινωνίας, ελευθερία από την αυθαιρεσία της καταναλωτικής βουλιμίας.

Σίγουρα και στον θώκο του προέδρου των ΗΠΑ έχουν αναρριχηθεί πρόσωπα προκλητικού αμοραλισμού, βιαστές της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας ολόκληρων λαών, όπως και πρόσωπα μικρονοϊκής, άκομψης συμπεριφοράς. Ομως, οι παραχαράκτες του υπουργήματος δεν παγίωσαν σαν πολιτικό αυτονόητο την ύβρι, το σύστημα εξουσίας δεν εκφασίστηκε οριστικά, δεν αποκλείει την έκπληξη, την ξεχωριστή ποιότητα. Ετσι, όχι μόνο φτάνει ένας έγχρωμος στο προεδρικό αξίωμα, αλλά, το σημαντικότερο, φτάνει εκεί άνθρωπος που μοιάζει προικισμένος με εξαιρετική καλλιέργεια και ευαισθησία, χάρη, φινέτσα, πρόσωπο που φωτίζεται ολόκληρο από το παιδικό του χαμόγελο. Και είναι μάλλον η πρώτη φορά στον διεθνή πολιτικό στίβο, που βλέπουμε ηγέτη με τέτοια δημόσια συμπεριφορά προς τη γυναίκα του: Με αβρότητα και πηγαία γενναιοδωρία να της δίνει παντού προτεραιότητα, να την τιμά με κομψή διακριτικότητα στοργής και με το φωτεινό του χαμόγελο.